Η Βίβλος και η Παλαιά Διαθήκη

 



Πότε γράφτηκε και πότε μεταφράστηκε η Παλαιά Διαθήκη;

Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι έργο ενός μόνο συγγραφέα ούτε γράφτηκε σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αποτελεί μια συλλογή πολλών βιβλίων, που συντάχθηκαν, συμπληρώθηκαν και επιμελήθηκαν επί πολλούς αιώνες από διαφορετικούς συγγραφείς, γραφείς, ιερείς και προφήτες.

Η σύγχρονη ιστορική και φιλολογική έρευνα εκτιμά ότι τα αρχαιότερα τμήματά της προέρχονται από προφορικές παραδόσεις του 12ου έως 10ου αιώνα π.Χ., ενώ η γραπτή τους μορφή διαμορφώθηκε σταδιακά από τον 10ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η περίοδος της Βαβυλώνιας Αιχμαλωσίας (6ος αιώνας π.Χ.), κατά την οποία πολλά παλαιότερα κείμενα συγκεντρώθηκαν, αναθεωρήθηκαν και απέκτησαν τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

Η Παλαιά Διαθήκη γράφτηκε κυρίως στα εβραϊκά, ενώ ορισμένα τμήματα, όπως στο βιβλίο του Δανιήλ και του Έσδρα, γράφτηκαν στα αραμαϊκά.

Η πρώτη μεγάλη μετάφραση πραγματοποιήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μεταξύ περίπου 280 και 100 π.Χ. Πρόκειται για τη γνωστή Μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄), που αποδόθηκε στην ελληνιστική κοινή ελληνική γλώσσα. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, εβδομήντα δύο Ιουδαίοι λόγιοι ανέλαβαν το έργο, έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ. Αν και οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι αυτή η αφήγηση έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα, συμφωνούν ότι η μετάφραση έγινε από ομάδες λογίων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Η μετάφραση κρίθηκε αναγκαία, επειδή οι περισσότεροι Ιουδαίοι της ελληνιστικής διασποράς, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια, είχαν ως καθημερινή γλώσσα τα ελληνικά και δεν κατανοούσαν πλέον τα εβραϊκά.

 Μετάφραση των Εβδομήκοντα απέκτησε τεράστια σημασία, καθώς χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες. Οι περισσότεροι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, όταν παραθέτουν χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, χρησιμοποιούν συνήθως το ελληνικό κείμενο των Εβδομήκοντα και όχι το μεταγενέστερο εβραϊκό κείμενο.

Η αρχαιολογία δεν μπορεί να αποδείξει κάθε αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, μπορεί όμως να επιβεβαιώσει την ύπαρξη πολλών πόλεων, βασιλέων και ιστορικών προσώπων που αναφέρονται σε αυτήν. Σημαντικά ευρήματα αποτελούν οι Πάπυροι της Νεκράς Θάλασσας, που περιέχουν τα αρχαιότερα σωζόμενα αντίγραφα σχεδόν όλων των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, η Στήλη του Τελ Νταν, όπου εμφανίζεται η πρώτη εξωβιβλική αναφορά στον «Οίκο του Δαβίδ», η Στήλη του Μεσά, η Επιγραφή του Σιλωάμ, καθώς και πλήθος ασσυριακών και βαβυλωνιακών επιγραφών που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη βασιλέων και ιστορικών γεγονότων της εποχής.

Αντίθετα, γεγονότα όπως ο παγκόσμιος Κατακλυσμός του Νώε ή η Έξοδος από την Αίγυπτο, όπως περιγράφονται στη Βίβλο, δεν έχουν μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί από την αρχαιολογία με τρόπο που να γίνεται γενικά αποδεκτός από την επιστημονική κοινότητα.

Το συμπέρασμα της σύγχρονης έρευνας είναι ότι η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί ένα σύνθετο έργο πολλών αιώνων, στο οποίο ιστορικές μνήμες, θεολογικές αντιλήψεις, προφορικές παραδόσεις και λογοτεχνική επεξεργασία συνυπάρχουν. Για τον λόγο αυτό, οι ιστορικοί τη μελετούν ως μια πολύτιμη ιστορική και πολιτισμική πηγή, συγκρίνοντάς την πάντοτε με τα αρχαιολογικά ευρήματα, τις επιγραφές και τα υπόλοιπα κείμενα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής.

Από πού προέρχεται το όνομα «Βίβλος»;

Η λέξη Βίβλος έχει ελληνική προέλευση και συνδέεται με την αρχαία φοινικική πόλη Byblos (σημερινή Τζουμπάιλ στον Λίβανο).
Η Βύβλος ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Από εκεί οι Έλληνες προμηθεύονταν μεγάλες ποσότητες παπύρου, ο οποίος εισαγόταν από την Αίγυπτο. Έτσι, η ονομασία της πόλης συνδέθηκε σταδιακά με το ίδιο το υλικό γραφής.
Από τη λέξη βύβλος ή βίβλος άρχισε να σημαίνει αρχικά ο πάπυρος, κατόπιν το γραπτό φύλλο, έπειτα ο κύλινδρος και τελικά το βιβλίο.

Αστραία

Σχόλια

  1. Οι περισσότεροι ιστορικοί και βιβλικοί μελετητές τοποθετούν τη συγγραφή περίπου μεταξύ:

    12ος–10ος αιώνας π.Χ.: πιθανές προφορικές παραδόσεις και τα αρχαιότερα ποιητικά κείμενα (π.χ. το Άσμα της Δεββώρας).
    10ος–7ος αιώνας π.Χ.: πρώτες γραπτές αφηγήσεις για τους βασιλείς του Ισραήλ και του Ιούδα.
    6ος αιώνας π.Χ.: σημαντική επεξεργασία κατά τη διάρκεια της Βαβυλώνιας Αιχμαλωσίας.
    5ος–4ος αιώνας π.Χ.: ολοκλήρωση μεγάλου μέρους της Τορά και άλλων βιβλίων.
    3ος–2ος αιώνας π.Χ.: ορισμένα από τα νεότερα βιβλία και η ελληνική μετάφραση, η Septuagint.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η μετάφραση ξεκίνησε περίπου:

    280–250 π.Χ., στην Alexandria, επί βασιλείας του Ptolemy II Philadelphus.
    Δεν μεταφράστηκαν όλα τα βιβλία μαζί. Η εργασία συνεχίστηκε για περίπου 100–150 χρόνια, μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η ίδια η πόλη της Βύβλου πήρε το ελληνικό της όνομα ακριβώς λόγω του εμπορίου παπύρου. Οι Φοίνικες την ονόμαζαν Γεβάλ (Gebal), ενώ οι Έλληνες την αποκάλεσαν Βύβλο, επειδή τη συνέδεσαν με τον πάπυρο (βύβλο) που έφθανε από εκεί.

    Έτσι, η ετυμολογική αλυσίδα είναι:

    Αίγυπτος (πάπυρος) → Βύβλος (λιμάνι εμπορίου) → βύβλος (πάπυρος) → βιβλίον (βιβλίο) → Βίβλος (η συλλογή των ιερών βιβλίων).

    Αυτή η διαδρομή δείχνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: η λέξη «Βίβλος» δεν ήταν αρχικά θρησκευτικός όρος. Ήταν μια ελληνική λέξη που γεννήθηκε από το εμπόριο, πέρασε στη γλώσσα ως όνομα του βιβλίου και μόνο αργότερα έγινε η ονομασία των ιερών Γραφών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

In my way or out way